αλκαπτόνη


αλκαπτόνη
η βιοχημικός όρος που παλαιότερα δινόταν στο ομογεντισινικό* οξύ, το οποίο απομονώνεται από τα ούρα τών πασχόντων από αλκαπτονουρία. Λέγεται και αλκαπτονικό οξύ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. alkapton ή alcapton, νόθο σύνθετο < alkali (πρβλ. άλκαλι) + αρχ. ελλην. κάπτω «καταπίνω, χάφτω, καταβροχθιζω)» + κατάλ. -on (πρβλ. -όνη)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλκαπτονουρία — η Ιατρ. μάλλον σπάνια κληρονομική ανικανότητα τού οργανισμού (1 περίπτωση σε 200.000 γεννήσεις) να μεταβολίζει τα αμινοξέα τυροσίνη και φαινυλαλανίνη. [ΕΤΥΜΟΛ. < alkaptonuria ή alcaptonuria, νεολατιν. επιστημον. όρος < alkapton ή alcapton… …   Dictionary of Greek

  • ομογεντισινικός — ή, ό (φρ) «ομογεντισινικό οξύ» (βιοχ.) οργανική ένωση που δημιουργείται ως ενδιάμεσο προϊόν τών αμινοξέων φαινυλαλανίνη και τυροβίνη, αλλ. αλκαπτόνη ή υδροξυσαλικυλικό οξύ …   Dictionary of Greek